μπεζερίζω

και μπεζέρω και μπεζερώ, -άω
1. ταλαιπωρούμαι, τυραννιέμαι, υποβάλλομαι σε κόπους και δυσκολίες
2. (κατ' επέκτ.) εξαντλούμαι σωματικά ή ψυχικά, αποκάμνω, βαριεστίζω, βαριέμαι
3. δυσφορώ με κάποιον ή με κάτι
4. (ως τριτοπρόσ.) μπεζερίζει
γίνεται κάτι με δυσκολία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. bezmek].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μπεζερίζω — (λ. τουρκ.), μπεζέρισα, αποκάμνω, καταβάλλομαι: Μπεζέρισα να δουλεύω τόσα χρόνια στις οικοδομές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μπεζέρισμα — το [μπεζερίζω] 1. καταπόνηση, αποκάμωμα, εξάντληση 2. βαρεμός, βαριεστημάρα, δυσφορία, δυσανασχέτηση …   Dictionary of Greek

  • μπεζερώ — άω βλ. μπεζερίζω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.